Greek text of Hatto Fischer
Από την παραγωγικότητα
στη δημιουργικότητα:
η πολιτιστική οικονομία σε εξέλιξη
Hatto Fischer
POIEIN KAI PRATTEIN (συντονιστής)
(ΠΟΙΕΙΝ ΚΑΙ ΠΡΑΤΤΕΙΝ)
www.poienkaiprattein.org
Παρουσίαση στο ECCM Συμπόσιο
«Παραγωγικότητα του Πολιτισμού»
Συνεδρίαση: Πολιτισμός και Οικονομία
Έλαβε χώρα στην Αθήνα
Οκτ. 18-19, 2007
Το Συμπόσιο της ECCM «Παραγωγικότητα Πολιτισμού» σκοπό είχε ν’ ανταποκριθεί σε μία μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την όλο και μεγαλύτερη σημασία που έχει ο πολιτισμός για την οικονομία.[1] Πράγματι, η ονομασία μιας πόλης για ένα χρόνο ως Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Πρωτεύουσας μπορεί να εκτιμηθεί από το πόσο άλλαξε τη σχέση μεταξύ πολιτισμού και οικονομίας.
Ήδη από τη δεκαετία του ’90, ιδέες όπως δημιουργικές ομάδες και πολιτιστικές βιομηχανίες μαρτυρούσαν μια μεταμόρφωση της βιομηχανικής κοινωνίας. Βέβαια, το κατά πόσο η οικονομία, δηλαδή η ελεύθερη αγορά βασίζεται στον πολιτισμό για να προχωρήσει συγχέεται συχνά λόγω των παραπλανητικών διαστρεβλώσεων της πραγματικότητας. Δεν είναι περίεργο που η Veronika Ratzenboek, Διευθύντρια του Kulturdokumentation της Βιέννης παρατηρεί ότι οι πόλεις δυσκολεύονται ν’ αναγνωρίσουν την αξία των τεχνών και του πολιτισμού.[2] Επίσης, ο A.J. Wiesand, από το Κέντρο Ερευνών Ericarts, προειδοποίησε, σε προκαταρτικές συζητήσεις του Ευρωπαϊκού Συνεδρίου «Ο πολιτισμός ενδυναμώνει την Ευρώπη» που έλαβε χώρα επί Γερμανικής Προεδρίας στο Βερολίνο τον Ιούνιο του 2007, ότι η συνεισφορά του πολιτιστικού τομέα στην οικονομία, δεν θα έπρεπε να υπερεκτιμηθεί.[3] Οπότε, αυτή η σύντομη παρουσίαση έχει σκοπό να διερευνήσει το κατά πόσο υπάρχει μία πολιτιστική οικονομία σε εξέλιξη.
Πρώτ’ απ’ όλα, είναι φανερό ότι στις μέρες μας οι έννοιες της παραγωγικότητας και της δημιουργικότητας είναι πολύ διαφορετικές, από την εποχή που ο Καρλ Μαρξ κατέκρινε τον Καπιταλισμό και ο Adam Smith μίλησε για τον «καταμερισμό εργασίας» σαν το κλειδί της παραγωγικότητας. Ως ακόμη και πρόσφατα φαίνεται ότι η παραγωγικότητα επιτυγχάνεται αλλάζοντας τη σχέση εργασία/κεφάλαιο, ενώ μερικοί υποστηρίζουν ότι η τεχνολογία ανέβασε και μεγάλωσε την παραγωγικότητα αυτών που εργάζονται. Σ’ αυτό πρέπει να προστεθεί η αποδοτικότητα και ως προς τη διεύθυνση και ως προς την οργάνωση. Ήδη ο Κορνήλιος Καστοριάδης είχε επισημάνει ότι αυτό σημαίνει μια αυξανόμενη εξάρτηση από την τεχνολογία που δεν είναι πλέον μόνο ένα εργαλείο, αλλά αντιπροσωπεύει μια νέα λογική οργάνωσης και κατά συνέπεια μια «θεωρία της κοινωνίας».
Χρειαζόμαστε μια καινούργια «οικονομική θεωρία» στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης. Αλλά τι θα μπορούσε να αντικαταστήσει τη θεωρία του Milton Friedman ότι η συμπεριφορά του καταναλωτή βασίζεται αποκλειστικά στο εισόδημα; Ποια θα μπορούσε να είναι μια πειστική «θεωρία οικονομίας» που να περιλαμβάνει την κουλτούρα; Η θεωρία της οικονομίας συζητήθηκε από τον Michael Polanyi ως και από τον Louis Baeck στη βάση μιας εναλλακτικής οπτικής σε σχέση με την αρχή της ανταλλαγής, στα πλαίσια της οποίας το χρήμα αποτελεί τον πιο εκλεπτυσμένο φορέα λήψης αποφάσεων.[4] Σ’ αυτό το σημείο ο Δρ. Michael D. Higgins – πρώην Υπουργός Πολιτισμού της Ιρλανδίας - θα έδινε σε μια προοδευτική πολιτιστική πολιτική την ευκαιρία να πείσει τις κυβερνήσεις ότι χρειάζεται να κάνουν κάτι περισσότερο από το να διακανονίζουν μόνο την κυκλοφορία του χρήματος. Πράγματι, μια τέτοια αρθρωμένη πολιτική υπευθυνότητα σχετίζεται με την πολιτιστική διακυβέρνηση και μια πολιτιστική οικονομία που αναπτύσσεται.
Με αυτά τα δεδομένα, είναι κρίσιμο να καταλάβει κανείς γιατί μια όλο και μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στη «καινοτομία και δημιουργικότητα».[5] Ως τώρα καινοτομία σήμαινε μια πιο γρήγορη προσαρμογή των νέων ιδεών ώστε να γίνουν νέα προϊόντα. Ως κυβερνητική πολιτική, σήμαινε υποστήριξη της έρευνας, στα πλαίσια δε της Ευρωπαϊκής Ενωσης προώθηση της πολιτιστικής προσαρμογής των προϊόντων σε πολιτιστικά προσδιορισμένες αγορές.
Μόλις, όμως, προστεθεί η δημιουργικότητα, μας επιφυλάσσονται πολιτικές επιπτώσεις. Δεδομένου ότι η κυβερνητική πολιτική ενέχεται μόνο στην οπτική της οικονομίας, ο πολιτισμός κινδυνεύει να παραγκωνιστεί, παρά τις προσπάθειες των τελευταίων ετών να αλλάξει η ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Επίσης εύκολα παραβλέπεται η ανάγκη του πολιτισμού να εξασφαλίσει ότι η δημιουργικότητα παραμένει συνδεδεμένη με τις προσπάθειες της ανθρωπότητας να φτάσει στην ανθρώπινη αυτογνωσία. Αυτό μπορεί να πηγάζει από τις τέχνες και τον πολιτισμό μόνον όταν απελευθερωθούν από σκέτο το εμπορικό συμφέρον. Ο Μιχαήλ Άγγελος έκανε τα δύο τελευταία έργα της ζωής του χωρίς να πληρωθεί· άφησε πίσω του συμβόλαια και υποχρεώσεις για νάναι ελεύθερος. Ο Michael Higgins θύμισε –και πολύ σωστά– στο Συμπόσιο αυτό ότι ο πολιτισμός έχει πολύ μεγαλύτερη προοπτική από την οικονομία.
Παραλείψεις και ελλείψεις πλήττουν την πολιτική και την έρευνα, όταν παραγκωνίζεται η ανάγκη για πολιτιστικές επενδύσεις. Αυτές ακολουθούν νέες προσεγγίσεις που φέρνουν σε επαφή / δικτύωση ανθρώπους από διάφορα μονοπάτια με στόχο την αμφίδρομη γονιμοποίηση: κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε στο Συνέδριο «Ο Μύθος της Πόλης» (Κρήτη, 1995), όπου ποιητές και αρχιτέκτονες / ειδικοί του χώρου ήλθαν σε επαφή για να συζητήσουν τις συνθήκες ζωής στις πόλεις. Τόσο οι ποιητές όσο και οι αρχιτέκτονες, απελευθερωμένοι από τις ειδικότητές τους, φτάνουν να αναπτύξουν μια κοινή γλώσσα.[6]
Επίσης οι πολιτιστικές επενδύσεις γίνονται γιατί έχουν μία μακροχρόνια προοπτική. Όπως κάθε γονιός γνωρίζει, το παιδί χρειάζεται χρόνο για να ωριμάσει. Έτσι και σε μια πολιτιστική οικονομία, η καινοτομία πρέπει να λειτουργήσει σε όλες τις διαδοχικές φάσεις για να αποκτήσει σταθερότητα μέσα στο χρόνο. Τότε τα πράγματα μπορεί να αποκτήσουν μια «γνώση ποιότητας». Αυτό έχει πολιτιστική αξία και σημαδεύει την πολιτιστική οικονομία. Κι εδώ ανήκει μια διαδικασία δια βίου μάθησης, γιατί μια γνώση που βασίζεται στον πολιτισμό απαιτεί, πάνω απ’ όλα, οι άνθρωποι να μην είναι μόνο παραγωγικοί, αλλά και δημιουργικοί. Αυτή η ικανότητα να βρίσκουμε καινούργιες και πρωτότυπες λύσεις συμπεριλαμβάνει, για παράδειγμα, την ετοιμότητα των γονέων να βρουν το χρόνο να πουν στο παιδί τους μια ιστορία πριν πάει να κοιμηθεί αντί να του πούνε απλά να πάει να κοιμηθεί : Η ανυπομονησία και η περιληπτικότητα δεν δίνουν ποτέ το χρόνο στη δημιουργικότητα για να βρει καλές λύσεις. Μια δημιουργική ζωή είναι μαζί και μια ποιητική ζωή· οι ανθρώπινες συγκινήσεις εκφράζονται, δεν υποτάσσονται. Σ’ αυτό το σημείο ο Adorno και ο Horkheimer είχαν ήδη πει ότι ο διχασμός ανάμεσα στην ευχαρίστηση και τη δουλειά πρέπει να ξεπεραστεί.[7]
Τι παράξενος που είναι λοιπόν ο οικονομικός όρος της καινοτομίας! Προϋποθέτει τη σύντμηση του χρόνου που απαιτείται για να υλοποιηθεί μια ιδέα. Δεν είναι επομένως περίεργο που οι οικονομικές ανεπάρκειες αποδίδονται σε μεγάλες καθυστερήσεις και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων από συγκεντρωτικές γραφειοκρατικές κυβερνήσεις οι οποίες κατηγορούνται για σπατάλη πολύτιμου χρόνου. Αυτή η ανυπομονησία ώθησε στην κατάργηση της ρύθμισης, συνεπώς και της πολιτικής ευθύνης. Είχε σαν αποτέλεσμα μια όλο και μεγαλύτερη οικονομική κρίση, ώστε κανείς πια να μην είναι βέβαιος για την αγοραστική δύναμη που έχει το χρήμα. Ο Σαρτρ παρατήρησε ότι αυτό οδηγεί στην παραγωγή ανεργίας για να αποχτήσει πάλι το χρήμα μέρος της χαμένης αγοραστικής του αξίας. Πάντως η καινοτομία παραμένει συνδεδεμένη με την έγκαιρη αποτελεσματικότητα. Βασίζεται στην προϋπόθεση ότι όσο πιο σύντομη είναι η διαδικασία εφαρμογής τόσο το καλύτερο για την οικονομία.
Αντίθετα, η καινοτομία με την πολιτιστική έννοια, είναι συνδεδεμένη με την ικανότητα να δοθεί χρόνος σε μια διαδικασία να φτάσει σε αίσιο τέλος. Ένα παιδί που μεγαλώνει χρειάζεται χρόνο για να βρει τις δικές του λύσεις. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους ότι είναι ικανοί ν’ απελευθερωθούν από τις αυστηρά, ιεραρχικά οργανωμένες δομές. Γιατί μόνο τότε οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να δράσουν αντί να είναι συνέχεια αναγκασμένοι να αντιδρούν στα δεδομένα. Όταν η ανθρώπινη αυτογνωσία προστεθεί στη διαπραγμάτευση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι άνθρωποι θα πρέπει να εργάζονται και να ζουν, η αρχή της ισότητας θα τηρηθεί.
Μια σοφή κυβερνητική πολιτική θα ήταν να αφήσει τη διαδικασία της καινοτομίας να προχωρήσει έως ότου ο πολιτιστικός στόχος της οικονομίας γίνει κατανοητός απ’ όλους τους ανθρώπους. Αυτό απαιτεί μια πολιτιστική προσαρμογή σε μια διαδικασία μεσολάβησης ανάμεσα στις ανάγκες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Η Ατζέντα 21 είχε επιτυχία μόνον όταν η διοίκηση αποκεντρώθηκε κι άφησε τους ανθρώπους να συμμετέχουν στη μεταρρυθμιστική διαδικασία. Υποστήριξη σημαίνει τελικά αυτό που οι άνθρωποι μπορούν να στηρίξουν αν χρειαστεί και με τα ίδια τους τα χέρια. Πάνω απ’ όλα πρέπει να καταλάβουν τι επιθυμεί να πραγματοποιήσει η κυβέρνηση. Κάθε πολιτιστική αυτογνωσία της οικονομίας πρέπει να βιώνεται στον πραγματικό χρόνο και χώρο αν είναι να εφαρμοστεί μια ορθολογιστική πολιτική.
Για να επιτύχει μια πολιτιστική οικονομία τη διατηρήσημη ανάπτυξη, τα οικονομικά και περιβαλλοντικά κριτήρια πρέπει να εμπλουτιστούν με το να συμπεριληφθούν σ’ αυτή και κριτήρια πολιτιστικά και θεσμικά. Οι άνθρωποι μπορεί να προσαρμοστούν στις αλλαγές μόνο εάν έχουμε πολιτιστικά εργαλεία. Ο Bernd Fosel τόνισε ότι αυτό απαιτεί μια συλλογική διαδικασία μάθησης. Είναι κάτι που συμβαίνει στην περιοχή της Ruhr, που βρίσκεται τώρα σ’ ένα έντονα μεταβατικό στάδιο προς μια νέα δημιουργική οικονομία. Η μαζική διαδικασία μάθησης περιλαμβάνει νέες μεθόδους αντίληψης.[8] Μια τέτοια «γνωστική ανάπτυξη» πρέπει να προωθηθεί εάν η οικονομία είναι διατεθειμένη ν’ αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Θα ήταν αδύνατο εάν δεν συμπεριλαμβανόταν η πολιτιστική ανάπτυξη. Η καλλιτεχνική έκφραση είναι ουσιαστικό μέρος αυτής της γενικής διαδικασίας προσαρμογής στη νέα οικονομία.
Η διαδικασία εξειδίκευσης για μια δουλειά γίνεται δυνατή όχι μόνο μέσα από τυπικές διαδικασίες. Η πολιτιστική προσαρμογή επιτυγχάνεται και με την εισαγωγή άτυπων τρόπων μάθησης. Από τη στιγμή που τα παιδιά, οι νέοι και οι ενήλικοι μπορεί να συμμετέχουν σε διαδικασίες συνεργασίας αποκτούν την εμπειρία των πολιτιστικών πράξεων που μπορούν να γίνουν συμμετοχές βασισμένες σε μια κοινότητα. Τέτοιες δραστηριότητες με παράδειγμα την κίνηση Kids’ Guernica (βλ. την έκθεση που συνόδευε το Συμπόσιο της ECCM), υπογραμμίζουν την ανάγκη για δραστηριότητες από μικρή ηλικία, που με το πέρασμα του χρόνου αποδείχτηκαν επιτυχείς. Για παράδειγμα, ο διάλογος μεταξύ των πολιτισμών σαν μέρος μιας διπλωματίας ξεκινάει με παιδιά που αρχίζουν τη διαδικασία της ειρήνης σε πολύ νεαρή ηλικία. Αυτό το κάνουν γιατί εμπιστεύονται και καταλαβαίνουν το ένα το άλλο οπότε και δημιουργούν φιλίες που κρατούν μια ζωή.[9]
Εφόσον η δημιουργικότητα συνδέεται με το να βρίσκουμε νέες λύσεις για την πραγματικότητα, αυτό σημαίνει ότι η δημιουργικότητα ξεπερνάει τα απλά δεδομένα. Εδώ η ελευθερία της φαντασίας και η κατανόηση μεταξύ των ανθρώπων είναι απαραίτητες προϋποθέσεις. Αλλά πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψη αυτό που ο Bart Verschaffel τόνισε στο Συμπόσιο, ότι δηλαδή η δημιουργικότητα δεν υπακούει σε νόμους, οπότε δεν μπορεί να προσχεδιαστεί. Εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε κάτι που ο Antré Breton, συγγραφέας του Σουρεαλιστικού Μανιφέστου, είπε για τον Πικασό: ο Πικασό είναι ο μοναδικός καλλιτέχνης που δεν χρειάζεται να τηρήσει τους όρους του Σουρεαλιστικού Μανιφέστου, αφού θ’ ακολουθούσε «τη δική του ηθική της δημιουργικότητας». Αυτή η βαθύτερη κατανόηση ως προς το ποιο μονοπάτι ακολουθεί ο καλλιτέχνης (κι ένα τέτοιο μονοπάτι διαφέρει από τις σταδιοδρομίες που επιδιώκονται σε εταιρείες, διεθνείς οργανισμούς ή στα think tanks) θάπρεπε να δείχνει καθαρά ότι η δημιουργικότητα δεν είναι αποτέλεσμα μιας τυχαίας ‘μαγικής’ στιγμής, αλλά προκύπτει από ορισμένα πολύ καθαρά ηθικά προτάγματα. Μπορεί ο καλλιτέχνης ν’ αρχίσει με λεπτομερή περιγραφή του προβλήματος, π.χ. πώς να ζωγραφίσει κανείς χέρια όπως έκανε ο Albrecht Duerer και δεν τελειώνει με τον Πικασό όταν ζωγράφισε τη Guernica, πηγαίνοντας πέρα από απλές απεικονίσεις του εχθρού. Αυτές παράγονται συνήθως για να καταγγείλουν τον εχθρό, αλλά είναι ανίκανες να αγγίξουν τον ανθρώπινο πόνο όπως έκανε ο Πικασό.
Η δημιουργικότητα είναι ένα ύψιστα ηθικό καθήκον, αφού η ανθρωπότητα πρέπει ν’ απαντήσει στις προκλήσεις της ζωής μ’ έναν πολύ ανθρώπινο τρόπο. Οπότε κάθε δημιουργική πράξη συνεπάγεται τη δυνατότητα να γίνει πιο ανθρώπινη. Πάνω απ’ όλα η δημιουργικότητα σχετίζεται με την ελευθερία από τη βία και την καταπίεση. Εδώ η φιλοσοφία αναγνωρίζει τη διαίσθηση σαν τη μόνη λογική που εκπληρώνει αυτή την ηθική προϋπόθεση. Έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, αυτό που ο George Krimpas είπε στην έναρξη αυτής της συνεδρίασης της ECCM με θέμα «πολιτισμός και οικονομία». Συνέδεσε την έννοια της οικονομίας με «την τέχνη του να θέτεις όρια».[10] Για παράδειγμα, οι καλλιτέχνες μπορεί να γίνουν πολύ δημιουργικοί εάν ο έφορος του μουσείου τους αφήσει όλους να εκφραστούν ελεύθερα, με ένα όμως απλό περιορισμό: όλες οι εκφράσεις θα πρέπει να έχουν γίνει από ξύλο.
Για να έρθουν οι άνθρωποι σε επαφή μεταξύ τους έχει μεγάλη σημασία η γλώσσα που χρησιμοποιούν. Ο Karl Marx δηλώνει στην εισαγωγή της διατριβής του ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να απευθύνονται ο ένας στον άλλο σε μία τέτοια γλώσσα που θα τους οδηγούσε στην ανθρώπινη αυτογνωσία. Αυτό είναι δυνατό, είπε ο Μαρξ, μόνον εάν η γλώσσα εμπεριέχει κατηγορίες και της παραγωγικότητας και της δημιουργικότητας. Με μία λέξη, η ανθρώπινη γλώσσα είναι μια κρίσιμη προϋπόθεση για μια πολιτιστική οικονομία «εν τω γίγνεσθαι». Μαζί έρχεται και η ελευθερία των ανθρώπων να δουλεύουν από κοινού χωρίς να υπόκεινται σε ιεραρχικές δομές. Χρειάζεται να γίνει επαναπροσδιορισμός της επιτυχίας. Είναι σαφές ότι κάθε ελιτίστικη έννοια του πολιτισμού είναι ασυμβίβαστη μ’ αυτή την προϋπόθεση. Κι όμως, ο Ernst Block υπογράμμισε ότι η ιεραρχία έχει παραμείνει για τη φιλοσοφία ένα άλυτο πρόβλημα ως τώρα.
Φέρνοντας κοντά τη μία με την άλλη τις κατηγορίες παραγωγικότητας και δημιουργικότητας για να δημιουργηθεί η γλώσσα της πολιτιστικής οικονομίας, οι ανθρώπινοι πόροι γίνονται σεβαστοί, χωρίς κατάχρηση και οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να δουλεύουν μαζί. Χωρίς πολιτισμό αυτό θα ήταν αδιανόητο. Συγχρόνως η αρχική έννοια της οικονομίας δεν θα πρέπει να ξεχαστεί, ειδικότερα πώς να χρησιμοποιούνται οι σπάνιοι πόροι για να επιτευχθεί η μέγιστη παραγωγή με το χαμηλότερο κόστος. Μια πολιτιστική οικονομία δεν είναι απλή κατανάλωση, δηλαδή δεν βασίζεται σε περιττές δαπάνες ούτε στο να βάζει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές για να αποκτήσει αξία ή μια εξαιρετικά υψηλή τιμή (Bataille).
Με δεδομένες τις εξωτερικές σχέσεις με τον κόσμο, η όποια πολιτιστική οικονομία που δημιουργείται πρέπει να συντηρήσει τον διαπολιτιστικό διάλογο, εάν θέλει να επιτύχει. Αλλά όπως ο Abdelaziz Kacem από την Τυνησία προειδοποίησε, ο διάλογος ανάμεσα στους πολιτισμούς μπορεί στο μέλλον να μην είναι δυνατός σ’ έναν κόσμο που κατακλύζεται από αδιάκοπο πόλεμο. Τις επιπτώσεις αυτές του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία», σε παγκόσμιο επίπεδο, πρέπει να τις εξετάσουμε πολύ σοβαρά. Οδήγησαν σε μία κατάσταση όπου οι άνθρωποι αισθάνονται περικυκλωμένοι από τη βία και μόνο. Όπως το περιγράφει ο Abdelaziz Kacem, η βία της παγκοσμιοποίησης έκανε έτσι ώστε η πολιτιστική συνεισφορά δεν θρέφει πια το μεγάλο ρεύμα της ανθρωπότητας· αφήνει την ανθρώπινη γλώσσα εκτεθειμένη σε μεγάλο κίνδυνο να στερέψει. Σ’ αυτό ας προστεθεί ότι όποια ιστορία κι αν ακούν οι άνθρωποι, συνέχεια βρίσκονται στο ναρκοπέδιο της παρεξήγησης και αισθάνονται θιγμένοι. Οπότε οι άνθρωποι τείνουν να επιβάλουν ο ένας στον άλλο τη σιωπή, αντί να μαθαίνουν να λύνουν τις διαφορές τους συμμετέχοντας σε μία ανοιχτή σε προτάσεις διαδικασία επικοινωνίας.[11]
Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακήρυξε το 2008 έτος διαπολιτιστικού διαλόγου και το 2009 έτος «καινοτομίας και δημιουργικότητας», η Ευρώπη δεν κατάφερε ούτε καν να πλησιάσει μια κοινωνική και οικονομική σύμπνοια. Ο αντίκτυπος της παγκοσμιοποημένης οικονομίας είχε αρνητική επίδραση ως προς το πώς οι άνθρωποι βλέπουν τις κυβερνήσεις και την πολιτική. Σε πολλές περιπτώσεις η απώλεια ανθρώπινης γλώσσας σημαίνει ότι ισότητα και δικαιοσύνη δεν υπερισχύουν στην κοινωνία. Ο πολιτισμός θα έπρεπε να εξασφαλίζει αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους που θέλουν να συζητήσουν τα προβλήματά τους. Αντί γι’ αυτό, παρά πολλοί άνθρωποι αποσύρουν την υποστήριξή τους από τους διαπολιτιστικούς διαλόγους και καταλήγουν στο να δίνουν απλά εξηγήσεις σχετικά μ’ αυτά που ήδη συμβαίνουν έτσι κι αλλοιώς. Δεν εμπλέκονται πια σε διαλόγους ούτε αναζητούν λύσεις. Έχοντας δεχτεί αυτό που συμβαίνει δεν μπορούν να προβλέψουν τι πρόκειται να συμβεί. Απλά δεν μπορούν να αντιδράσουν εγκαίρως στους κινδύνους που διαφαίνονται. Είναι βέβαιο ότι μια από τις μεγαλύτερες αποτυχίες του πολιτισμού ήταν πάντα η έλλειψη πρόβλεψης. Στην Αρχαία Ελλάδα, οι Αθηναίοι άρχισαν τον πόλεμο με τη Σπάρτη παρά το ότι είχαν προειδοποιηθεί· ποτέ δεν προείδαν ότι αυτό θα συντελούσε στην ίδια τους την πτώση.
Το Συμπόσιο της ECCM άγγιξε πολλά σημαντικά θέματα, που όμως χρειάζονται μεγαλύτερη ανάπτυξη. Για παράδειγμα, η κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στον πολιτισμό και την οικονομία απαιτεί μια εμπνευσμένη λογική που θα έφερνε τα πράγματα σ’ ένα άλλο ποιοτικό επίπεδο. Το κρίσιμο σημείο είναι ν’ αφεθούν οι άνθρωποι να εισχωρήσουν σε μία δημιουργική διαδικασία δικής τους σύλληψης αν πρόκειται να χειριστούν τα προβλήματα της οικονομίας, που συνδέονται με τη σπατάλη της υπέρ-κατανάλωσης και την απώλεια αξιών και ταυτότητας που οφείλεται στην υπερ-εμπορευματοποίηση.
Ως τώρα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επωφελήθηκε μόνο από την επιτυχημένη πορεία που είχαν οι Ευρωπαϊκές Πολιτιστικές Πρωτεύουσες, προωθώντας και κερδίζοντας από τον αυξανόμενο ανταγωνισμό ανάμεσα στις πόλεις που ανυπομονούσαν να αποκτήσουν τον τίτλο. Αυτό είναι απλά αντεστραμμένος καπιταλισμός. Στην πραγματικότητα σημαίνει ελάχιστες ή και καθόλου επενδύσεις και μόνο παροτρύνσεις για τη λειτουργία του μηχανισμού του ανταγωνισμού. Επίσης οι πόλεις που λαβαίνουν αυτή την ονομασία οφείλουν να αποδείξουν ότι το πρόγραμμα που είχαν υιοθετήσει για ένα χρόνο ήταν απόλυτα επιτυχημένο. Αλλά όλες οι εκτιμήσεις καταλήγουν στο ίδιο πρόβλημα: αδυναμία διατήρησης του προγράμματος. Επίσης δεν είναι σαφές ποιος ήταν ο αντίκτυπος αυτού του χρόνου (της πολιτιστικής πρωτεύουσας), στη σχέση οικονομίας και πολιτισμού. Υπάρχει έτσι μια απώλεια μάθησης από την πείρα. Εδώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλείται να βελτιώσει το πώς κάθε πόλη δείχνει ότι καταλαβαίνει τον πολιτισμό όταν γίνεται αυτή η Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα του Πολιτισμού. Οι πόλεις αυτές πρέπει να καταστούν υπεύθυνες για το τι συμβαίνει στους πολιτισμούς της Ευρώπης.
Για να εξελιχθεί η οικονομία, η χρήση και η κατανομή των πόρων, χρειάζονται μια συνεχή πολιτιστική καλλιέργεια. Χωρίς αυτήν, η οικονομική πολιτική δεν θα είχε κανένα προσανατολισμό προς το μέλλον. Ένας δημοκρατικός πολιτισμός θα εξασφάλιζε τη δυνατότητα να ακουστούν όλες οι φωνές όταν συζητούνται διάφορες δυνατές επιλογές. Εδώ ανήκουν και οι ανοιχτές διαδικασίες σχηματισμού ταυτότητας και οι καινούργιες αντιλήψεις της ανθρώπινης πραγματικότητας. Όσο για την ταυτότητα, αυτή θα έπρεπε να σχηματίζεται ελεύθερα, αλλά σύμφωνα με την αρχή του Ντεκάρτ, να υπακούει δηλαδή στον ελάχιστο αριθμό κανόνων. Ο Ντεκάρτ πίστευε ότι ένα αυθόρμητο «εγώ», τη στιγμή του σχηματισμού του μπορεί να συνδεθεί με μια ανθρώπινη συλλογικότητα. Μια τέτοια αντίληψη του ορθολογισμού θα προχωρούσε το ανθρώπινο ρεύμα μπροστά.
Οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές πάντα παραπονιούνται για τη γραφειοκρατία που παρακωλύει τις επενδύσεις αλλά κανείς δεν φαίνεται να νοιάζεται για το πρόβλημα της υπερπολυπλοκότητας των κανόνων σχηματισμού ταυτότητας. Εγγενής στο σύστημα είναι ένας μεγάλος βαθμός αναποτελεσματικότητας, που όμως πολλοί εκμεταλλεύονται για να επιζήσουν. Δεν είναι περίεργο λοιπόν όταν συμβαίνει κανέναν να μη συμφέρει να λύσει βασικά προβλήματα, όπως. π.χ. στην Ελλάδα ολόκληρο το ιδιωτικό εκπαιδευτικό σύστημα επωφελείται από την ανεπάρκεια του δημόσιου συστήματος. Σε μία πολιτιστική οικονομία αυτό θα άλλαζε. Η αποτελεσματικότητα θα απαιτούσε να δοθούν προοπτικές για τις γενεές του μέλλοντος ώστε να μη γίνονται αυτές αντικείμενο εκμετάλλευσης μέσα από τον φόβο των γονιών για το μέλλον των παιδιών τους.
Θεωρήθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα επέφερε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Αλλά εδώ ο Bart Vershaffel μας υπενθυμίζει ότι η Ευρώπη είναι μόνο μια ‘κατασκευή’ και κανένας πολιτισμός δεν είναι από μόνος του καλός εάν αυτό σημαίνει τον αποκλεισμό των άλλων πολιτισμών. Ο Louis Baek θα προσέθετe ότι θα πρέπει να προσέχουμε όταν μόνο ένα σύστημα αναφοράς χρησιμοποιείται, π.χ. η Δυτική άποψη. Τότε την Ισλαμική άποψη της παγκοσμιοποίησης δεν πρόκειται να την καταλάβουμε.[12]
Πράγματι, τη συζήτηση για την αναδυόμενη πολιτιστική οικονομία θα την ωφελούσε πολύ αν άλλαζαν τα κρίσιμα σημεία αναφοράς, για ν’ αρχίσει ο διάλογος ανάμεσα στον πολιτισμό και την οικονομία. Θα έπρεπε να εξασφαλίσει ανθρώπινη αυτογνωσία και να θέσει πολιτιστικούς όρους σαν μέρος μιας κατανοητής πραγματικότητας. Τελικά, η δημιουργικότητα θα πρέπει να διεγείρεται ανοίγοντας ορίζοντες που να δίνουν στους ανθρώπους τέτοια αίσθηση χρόνου και χώρου ώστε να τους κάνει να βρουν λύσεις. Τις λύσεις τις βρίσκουν αν έχουν την εμπειρία μιας αληθινής πληρότητας στη ζωή. Πρέπει να βασίζεται η ζωή τους στην ευτυχία, στην εμπιστοσύνη και στην ευρύτητα απόψεων. Μόνον τότε μια τέτοια παραγωγικότητα κουλτούρας μπορεί να προκαλέσει τη διαδικασία της ειρήνης που αλλιώς κινδυνεύει να υπερτονιστεί σαν «παραγωγικότητα διπλωματίας» (Guy de la Croix)[13] παρ’ όλες τις αναρίθμητες αποτυχίες της διπλωματίας. Η ειρήνη πρέπει να βασίζεται σε ιστορίες μιας πραγματικής, ουσιαστικής επιτυχίας. Αυτές περιγράφουν καλύτερα το πώς οι άνθρωποι μπορούν να διατηρήσουν την ανθρωπιά τους, να είναι σε επαφή με τη δική τους πραγματικότητα και δείχνουν πως μπορούν να αντιδράσουν με λογική, παρ’ όλες τις πιθανές δοκιμασίες, ακόμη και τους πολέμους, που βέβαια ποτέ δεν μπορούν να νομιμοποιηθούν, αλλ’ όμως συμβαίνουν, αφού ο πολιτισμός αποτυγχάνει να προβλέψει αυτά που έρχονται.
Επειδή δεν είναι ποτέ εύκολο να δημιουργηθεί μια ειρηνική και δίκαια κοινωνία, η πολιτιστική οικονομία πρέπει να βρει τα μέτρα που θα μπορέσουν να μεσολαβήσουν ανάμεσα στην ουτοπία και την πραγματικότητα….
[1] Μελέτη ΚΕΑ: Η Οικονομία του πολιτισμού, δημοσιεύτηκε από την EU. Επιτροπή του 2007: http://ec.europa.eu/culture/key-documents/doc873_en.htm
[3]A. J. Wiesand in cooperation with M. Sondermann: “The ‘Creative Sector’ - An Engine for Diversity, Growth and Jobs in Europe” (2005) http://www.kultur-macht-europa.de/126.httnl?L=l
[4] Βλέπε συνεισφορές στο εργαστήρι 5 στο Πέμπτο Σεμινάριο, Πολιτιστικές Δραστηριότητες για την Ευρώπη. Οργανώθηκε από τον Hatto Fischer στην Αθήνα το 1995: http://poieinkaiprattein.org/cultural-actions-for-europe/the-workshops/workshop-5-culture-driven-economy/
[5] Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ονομάσει το 2009 χρόνο μεταρρύθμισης και δημιουργικότητας.
[6] Οργανώθηκε γρήγορα από μία ομάδα από ποιητές και αρχιτέκτονες, που αργότερα εγκατέστησαν τη Μη Κερδοσκοπική Εταιρία «Ποιείν και Πράττειν» στην Αθήνα, Βλέπε www.poienkaiprattein.org.
[7] Adorno και Horkheim (1944) «Διαλεκτική και Διαφωτισμός» Frankfurt a. Main: Suhrkamp.
[12] Για τα έργα του Louis Baeck βλέπε http://perswww.kuleuven.be/~u0004464/
« "The Making of the Cultural Economy" by Hatto Fischer | Looking ahead »








